Η παράλογη αξίωση μηχανισμών εξουσίας
για την απόλυτη υποταγή στα κελεύσματά της
αποτυπώνοντας στο διάβα της
«Αρσέν Λουπέν» !


IV

Με παραδίδει η κοινοκτημοσύνη του τίποτε
σ' ένα τριγμό οδόντων.
Η λάμψη του ήλιου πεπερασμένα ερμηνεύει
τη φωνή μου
κατά το μενεξελί σούρουπο, και το κορίτσι
αγγίζει τις λέξεις μου με τη γλώσσα.
Άλλοτε κοτσύφια ραμφίζουν
το κρανίο μου
κι ' άλλοτε κοράκια σπαράζουν
το σάρκινο ράκος μου.

Τριγύρω, η σκέψη μου
διασκορπισμένα φύλλα λεύκας.
Εγώ στη μέση
κι' η μορφή μου τσακίζεται.



Ήχος στο κρύσταλλο.
Χλαλοή, οπτασία, νοερή ύλη,
άγνωστοι φίλοι,
περαστικοί.


Σκουλίκια ασελγούν
στο χώμα που φίλοι
με αίμα κηλίδωσαν
τη ζωή τους.


τάχος, με τάχος:
ο κρινοδάκτυλος.


Ενώπιον σας,
η παντομίμα ενός σχοινοβάτη
που μέ ' ριξε στο κενό.

Πλοίο εφάνη
στου λιμανιού.
Η παιδίσκη με φωνή
«ξαναγυρνά»
και θειάφι κυλά
το νερό στα μάτια.


Tον βίο
φαφλατάς
ανέδειξε
θωράκος
μελανού
λοφίο.


Προίκα η
ανεμοδούρα

που όλο αφομοιώνει
(που όλο αφομοιώνει)

αιωρούμενα
πουλιά.


Με τούτα δω!
Βόλοι
οι κυράδες με τις σκιαδούρες
τα κρουστά μου
και το δοξάρι
οι σόλες των ζητιάνων
νεκρώσιμα φύλλα
που εισπνέω

Το δίχρωμο πουλί
μαύρο και κόκκινο



περίπολος
αιθέρας μαύρος
εν είδει
ψυχής
Οι συμπληγάδες
ένα τσίρκο 
επύληδες
φυγάδες 
τριγύρω μου αμφορίδια
κήλυκες να αιρούνται
δώρα Θεών
σκοτάδι
πατρίδες άγνωστες.

Το πρόσωπό της
εικοσιέξι σκούδων
βάδην απ' ασήμι.
Το δικό μου σκεπασμένο
-με μαύρο σαν μελάνι βέλο-
και ύφος περαστικό.



Είχες ευκαιρία να γινείς
η απόφαση
του «πήγαιν΄ έλα»
Κακά σ' ευρήκαν πλήθια
η ψυχή σου μαίνεται
ευθύς
την φαρέτρα σου εκτείνεις
και τουρλά τουρλά τα στήθια.

Το περιστέρι!
Έτσι, για της Ελευθερίας
ή της Ελπίδας -παντοτινό- το σύμβολο
που μέ ' χει γεμίσει κουτσουλιές!


Μα δε με νοιάζουνε οι γάζες
γυμνός εγώ ο ίδιος
απόψε 
χοροί σκιών
εφανερώθη τ' αγκάθινο στεφάνι
και τούτο το ρόδο
το κατακόκκινο σα γλυκό αίμα Αδώνιδος
να μαραίνει στο ξεσκισμένο χακί.